Μητσοτάκης για τα Γλυπτά του Παρθενώνα: «Ήρθε η ώρα της αλήθειας, της λογικής, της δικαιοσύνης και της ηθικής»

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Με σαφές μήνυμα υπέρ της επιστροφής και της επανένωσης πολιτιστικών θησαυρών που έχουν αποσπαστεί από το ιστορικό και μνημειακό τους περιβάλλον, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε εκ νέου στο ζήτημα των Γλυπτών του Παρθενώνα, κατά την τελετή παράδοσης-παραλαβής ιστορικών κειμηλίων μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας.

Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε με αφορμή τη συμφωνία για την επιστροφή στην Ελλάδα 48 ιστορικών κειμηλίων, με τον Έλληνα πρωθυπουργό να υπογραμμίζει ότι η αρχή της ακεραιότητας ενός μνημείου βρίσκεται στον πυρήνα και της ελληνικής προσπάθειας για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα.

Όπως τόνισε, τα Γλυπτά «δεν αποτελούν άψυχα αντικείμενα του χθες», ενώ υποστήριξε ότι είναι πλέον αναγκαία η επανεξέταση παλαιών αντιλήψεων σχετικά με την κατοχή και την έκθεση πολιτιστικών αγαθών.

Ο κ. Μητσοτάκης ξεκαθάρισε παράλληλα ότι η ελληνική θέση δεν αποτελεί μια γενικευμένη αμφισβήτηση του ρόλου των μεγάλων μουσείων του κόσμου ούτε μια αόριστη διεκδίκηση πολιτιστικών αντικειμένων. Αντίθετα, χαρακτήρισε τον Παρθενώνα «αυτοτελή και μοναδική περίπτωση», τονίζοντας ότι το ζήτημα των Γλυπτών υπερβαίνει τα στενά όρια των νομικών επιχειρημάτων.

Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, το αίτημα αφορά πρωτίστως «την αποκατάσταση ενός οικουμενικού μνημείου το οποίο παραμένει βίαια διαμελισμένο».

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη τα σωζόμενα τμήματα του γλυπτού διακόσμου του Παρθενώνα να εκτίθενται ενιαία, σε άμεση οπτική σχέση με τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης. Όπως σημείωσε, αυτή ακριβώς την ανάγκη υπηρετεί και το Μουσείο της Ακρόπολης.

Παράλληλα, επανέλαβε την πάγια ελληνική θέση ότι η χώρα δεν πρόκειται να αποδεχθεί οποιαδήποτε συμφωνία η οποία θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως αναγνώριση ξένης κυριότητας επί των Γλυπτών.

«Η πατρίδα μου δεν πρόκειται να δεχτεί διευθετήσεις που να δηλώνουν αναγνώριση ξένης κυριαρχίας ή να δανειστεί, τάχα, τους δικούς της θησαυρούς», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Κλείνοντας τη σχετική αναφορά του, σημείωσε ότι «ήρθε η ώρα της αλήθειας, της λογικής, της δικαιοσύνης και της ηθικής».

«Τα μνημεία δεν είναι λάφυρα πολέμου»

Η συμφωνία Ελλάδας και Βουλγαρίας αποτέλεσε, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο μπορούν να αντιμετωπίζονται σήμερα ιστορικές εκκρεμότητες που αφορούν την πολιτιστική κληρονομιά.

Ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι τα μνημεία και τα ιστορικά κειμήλια δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως «λάφυρα πολέμου» ούτε να παραμένουν εγκλωβισμένα σε συνθήκες που δημιουργήθηκαν πολύ αργότερα από την ίδια τη δημιουργία και την ιστορική τους λειτουργία.

Όπως ανέφερε, με τη συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών «θεμελιώνεται κάτι πολύ βαθύτερο από μια απλή πολιτιστική ανταλλαγή», εκφράζοντας παράλληλα την προσδοκία ότι η συνεργασία Αθήνας και Σόφιας θα συνεχιστεί και για την επιστροφή επιπλέον κειμηλίων.

Το σχετικό Πρωτόκολλο υπέγραψαν οι υπουργοί Πολιτισμού Ελλάδας και Βουλγαρίας, Λίνα Μενδώνη και Εφτίμ Μιλόσεφ.

Πριν από την έναρξη της τελετής, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξεναγήθηκε στην έκθεση των κειμηλίων που επέστρεψαν από τη Βουλγαρία και παρουσιάζονται στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού. Η έκθεση θα παραμείνει ανοιχτή για το κοινό έως τις 5 Νοεμβρίου.

Μήνυμα συνεργασίας από τη βουλγαρική πλευρά

Από την πλευρά της Βουλγαρίας, ο Ρούμεν Ράντεφ έκανε λόγο για μια ιστορική εξέλιξη στις σχέσεις των δύο χωρών, επισημαίνοντας ότι Ελλάδα και Βουλγαρία κατάφεραν σταδιακά να αφήσουν πίσω τους τις αντιπαραθέσεις του παρελθόντος.

Όπως σημείωσε, οι κοινές προσπάθειες των δύο πλευρών συνέβαλαν στη δημιουργία μιας σχέσης που βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό και τη φιλία, ενώ αναφέρθηκε στο υψηλό επίπεδο πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής συνεργασίας που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια.

Παράλληλα, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του προς την ελληνική κυβέρνηση για τη συμβολή της στην επίτευξη της συμφωνίας και εξέφρασε την ελπίδα ότι η νέα αυτή εξέλιξη θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας και Βουλγαρίας.

Όπως τόνισε, οι δύο χώρες έχουν δημιουργήσει τις τελευταίες δεκαετίες έναν ισχυρό άξονα συνεργασίας και σταθερότητας στην περιοχή, ο οποίος μπορεί να αποτελέσει βάση για ακόμη στενότερη συνεργασία και στον τομέα της προστασίας και της διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς.

(skai.gr)