Πρόσκληση Βαρθολομαίου στους Πατριάρχες της Ανατολής για Σύναξη στην Κωνσταντινούπολη

ΕΚΚΛΗΣΙΑ (ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΑ)

Σε μια πρωτοβουλία με ιδιαίτερο εκκλησιαστικό και συμβολικό βάρος προχώρησε ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, προσκαλώντας τους Πατριάρχες Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων σε αδελφική Σύναξη στην Κωνσταντινούπολη, στις 30 Νοεμβρίου 2026, ημέρα κατά την οποία τιμάται η μνήμη του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου και εορτάζεται η Θρονική Εορτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Την πρωτοβουλία γνωστοποίησε ο ίδιος ο Παναγιώτατος κατά την παρουσία του στη Βουδαπέστη, στο πλαίσιο του 27ου Διεθνούς Συνεδρίου της Society for the Law of the Eastern Churches (SLEC), υπογραμμίζοντας ότι έχει ήδη αποστείλει σχετική επιστολή προς τους Προκαθημένους των τριών Πρεσβυγενών Πατριαρχείων.

Σκοπός της προτεινόμενης συνάντησης είναι οι τέσσερις Προκαθήμενοι των αρχαίων Πατριαρχείων της Ανατολής να εξετάσουν από κοινού τις σημαντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα η Εκκλησία και ο λαός του Θεού.

Η επιλογή της Κωνσταντινούπολης και της εορτής του Αγίου Ανδρέου προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στη συνάντηση, καθώς η 30ή Νοεμβρίου αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ημέρες στο ετήσιο ημερολόγιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η Βουδαπέστη και το νέο «Φανάριον»

Η ανακοίνωση έγινε στο πλαίσιο της Πατριαρχικής ομιλίας στο νέο Κέντρο «Φανάριον» στη Βουδαπέστη, το οποίο φιλοδοξεί να αποτελέσει έναν νέο χώρο διορθόδοξου, διαχριστιανικού και διαθρησκειακού διαλόγου.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναφέρθηκε στον ιδιαίτερο συμβολισμό της ονομασίας του Κέντρου, το οποίο, αν και βρίσκεται στην καρδιά της ουγγρικής πρωτεύουσας, μεταφέρει τη μνήμη και την πνευματική παρακαταθήκη του ιστορικού Φαναρίου της Κωνσταντινούπολης.

Σύμφωνα με το όραμά του, το νέο Κέντρο μπορεί να λειτουργήσει ως μόνιμο σημείο συνάντησης θεολόγων, κανονολόγων, ακαδημαϊκών και εκπροσώπων διαφορετικών χριστιανικών παραδόσεων, προωθώντας τον διάλογο, τον αμοιβαίο σεβασμό και τη συνεργασία.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Παναγιώτατος στη δυνατότητα συνεργασίας του «Φαναρίου» με τη Society for the Law of the Eastern Churches, κάνοντας λόγο για τη δημιουργία ενός πραγματικού εργαστηρίου «νομικού οικουμενισμού».

Η κανονική παράδοση, όπως υπογράμμισε, δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως ένα σύστημα «νομικών τειχών» που διαχωρίζει τις Εκκλησίες, αλλά ως εργαλείο το οποίο μπορεί να συμβάλει στην προσέγγιση και στον θεολογικό διάλογο.

Η πρωτοκαθεδρία του Επισκόπου Ρώμης

Κεντρικό θέμα της ομιλίας του Οικουμενικού Πατριάρχη αποτέλεσε το ζήτημα της πρωτοκαθεδρίας του Επισκόπου Ρώμης, το οποίο βρισκόταν και στον πυρήνα των εργασιών του Συνεδρίου.

Ο Παναγιώτατος αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην παλαιότερη θέση του Joseph Ratzinger, μετέπειτα Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄, σύμφωνα με την οποία η συζήτηση για το πρωτείο της Ρώμης θα πρέπει να λαμβάνει ως βασικό σημείο αναφοράς την εκκλησιαστική πραγματικότητα της πρώτης χιλιετίας.

Η περίοδος αυτή, πριν από το οριστικό Σχίσμα Ανατολής και Δύσεως, αποτελεί για τον Οικουμενικό Πατριάρχη σημαντικό ιστορικό και θεολογικό παράδειγμα για την αναζήτηση ενός κοινού εκκλησιολογικού εδάφους μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών.

Η Πενταρχία και η ενότητα της αρχαίας Εκκλησίας

Ιδιαίτερη θέση στην Πατριαρχική ομιλία κατείχε η έννοια της Πενταρχίας, δηλαδή η ιστορική τάξη των πέντε μεγάλων αρχαίων Πατριαρχικών Θρόνων: Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων.

Κατά την πρώτη χριστιανική χιλιετία, η Πενταρχία αποτέλεσε ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά θεσμικά σχήματα μέσα από τα οποία εκφράστηκε η ενότητα της Εκκλησίας.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπενθύμισε την εικόνα που χρησιμοποιούσε ο Αναστάσιος ο Βιβλιοθηκάριος, σύμφωνα με την οποία, όπως το ανθρώπινο σώμα λειτουργεί αρμονικά μέσω των πέντε αισθήσεων, έτσι και το Σώμα της Εκκλησίας εκφράζει την ενότητά του μέσα από τη συμφωνία των πέντε Πατριαρχικών Θρόνων.

Η λεγόμενη communio patriarcharum, η κοινωνία δηλαδή των Πατριαρχών, αποτέλεσε κατά την πρώτη χιλιετία μία από τις πλέον ορατές εκφράσεις της εκκλησιαστικής ενότητας, με κάθε Θρόνο να διατηρεί την ιδιαίτερη θέση και ευθύνη του, αλλά όλους να ενώνονται στην κοινή πίστη και στην ευχαριστιακή κοινωνία.

«Να γίνει και πάλι πλήρης η Πενταρχία»

Μέσα σε αυτό το ιστορικό και θεολογικό πλαίσιο εντάσσεται και η πρόσκληση προς τους Πατριάρχες Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης χαρακτήρισε τους αρχαίους Πατριαρχικούς Θρόνους της Ανατολής «ακλόνητους στύλους και αδιάσπαστα θεμέλια της Αποστολικής Παραδόσεως», υπενθυμίζοντας τον καθοριστικό ρόλο που διαδραμάτισαν μαζί με τη Ρώμη στη ζωή της αρχαίας Εκκλησίας και στις επτά Οικουμενικές Συνόδους.

Χρησιμοποίησε μάλιστα την ιδιαίτερα παραστατική εικόνα της «πεντάχορδης λύρας της καθολικής Εκκλησίας» για να περιγράψει την ενότητα των πέντε μεγάλων Θρόνων κατά την πρώτη χιλιετία.

Αναφερόμενος στο Σχίσμα Ανατολής και Δύσεως, σημείωσε ότι επί περίπου μία χιλιετία η πλήρης εκκλησιαστική κοινωνία με τη Ρώμη έχει διακοπεί. Παρά ταύτα, υπογράμμισε ότι η ιστορική αυτή πραγματικότητα δεν πρέπει να οδηγεί σε παραίτηση από την προσπάθεια για αποκατάσταση της ενότητας.

Όπως τόνισε, παραμένει ζωντανή η ελπίδα για την αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ώστε η Πενταρχία να μπορέσει κάποτε «να γίνει και πάλι πλήρης» και η «πεντάχορδη λύρα» της αρχαίας Εκκλησίας να αποκτήσει ξανά την ενότητα που χαρακτήριζε την πρώτη χιλιετία.

Μια Σύναξη με ιδιαίτερο συμβολισμό

Η πιθανή παρουσία στην Κωνσταντινούπολη, στις 30 Νοεμβρίου, των Προκαθημένων των Πατριαρχείων Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων αποκτά επομένως σημασία που υπερβαίνει τον εορταστικό χαρακτήρα της Θρονικής Εορτής.

Η πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριάρχη επαναφέρει στο προσκήνιο τόσο τη σημασία της συνεργασίας των αρχαίων Πατριαρχείων της Ανατολής όσο και την ανάγκη διαλόγου απέναντι στις σύγχρονες εκκλησιαστικές και κοινωνικές προκλήσεις.

Παράλληλα, η σύνδεση της πρωτοβουλίας με τη συζήτηση για την Πενταρχία, το πρωτείο και την κοινή παράδοση της πρώτης χιλιετίας προσδίδει στη Σύναξη ένα ευρύτερο εκκλησιολογικό ενδιαφέρον.

Η 30ή Νοεμβρίου στην Κωνσταντινούπολη ενδέχεται, επομένως, να αποτελέσει όχι μόνο μία σημαντική στιγμή για τα Πρεσβυγενή Πατριαρχεία, αλλά και μια νέα αφορμή για προβληματισμό γύρω από την ενότητα, τη συνοδικότητα και το μέλλον του διαχριστιανικού διαλόγου.

(ΑΠΕ – ΜΠΕ)