Ιστορική Απόφαση του ΕΔΑΔ Δικαιώνει Κληρικούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου

ΕΚΚΛΗΣΙΑ (ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΑ)

Μια απόφαση ιδιαίτερης σημασίας για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την ελληνορθόδοξη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης και τα δικαιώματα των θρησκευτικών μειονοτήτων στην Τουρκία εξέδωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), καταδικάζοντας την Τουρκία για παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων δύο κληρικών του Πατριαρχείου. 

Η υπόθεση αφορούσε τον αποκλεισμό των κληρικών Γεωργίου Κασάπογλου και Νικολάου Μαυράκη (Γενναδίου) από τη διοίκηση μειονοτικών ιδρυμάτων της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Κωνσταντινούπολης, παρά το γεγονός ότι είχαν εκλεγεί νόμιμα στα διοικητικά τους συμβούλια το 2011. Οι τουρκικές αρχές ακύρωσαν τη συμμετοχή τους επικαλούμενες την ιερατική τους ιδιότητα και μια ερμηνεία της Συνθήκης της Λωζάνης, σύμφωνα με την οποία οι κληρικοί δεν θα έπρεπε να αναλαμβάνουν διοικητικά καθήκοντα σε κοινοτικά ιδρύματα. 

Η υπόθεση εξελίχθηκε σε μια πολυετή δικαστική διαμάχη που διήρκεσε περίπου μία δεκαετία. Παρά τις αρχικές δικαστικές αποφάσεις που δικαίωναν τους προσφεύγοντες, η υπόθεση πέρασε από διάφορα επίπεδα της τουρκικής δικαιοσύνης, φτάνοντας μέχρι το Συνταγματικό Δικαστήριο της Τουρκίας. Τελικά, οι δύο κληρικοί προσέφυγαν στο ΕΔΑΔ, το οποίο στις 25 Μαΐου 2026 έκρινε ότι η Τουρκία παραβίασε τόσο την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι όσο και τη θρησκευτική ελευθερία των προσφευγόντων. 

Στην απόφασή του, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι οι τουρκικές αρχές δεν διέθεταν σαφή, προσβάσιμη και προβλέψιμη νομική βάση για τον αποκλεισμό των δύο κληρικών. Παράλληλα, αναγνώρισε ότι η απομάκρυνσή τους από τη διοίκηση ιδρυμάτων που συνδέονται άμεσα με την εκκλησιαστική και κοινοτική ζωή της ομογένειας συνιστά παρέμβαση όχι μόνο στα διοικητικά τους δικαιώματα αλλά και στην ίδια τη θρησκευτική τους ταυτότητα και δράση. 

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το γεγονός ότι το ΕΔΑΔ συνέδεσε άμεσα τη θρησκευτική ελευθερία με τον δημοκρατικό πλουραλισμό και το δικαίωμα των θρησκευτικών κοινοτήτων να οργανώνουν ελεύθερα τη λειτουργία και τη διοίκησή τους. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι θρησκευτικές κοινότητες δεν αποτελούν μόνο χώρους λατρείας, αλλά και ζωντανούς κοινωνικούς οργανισμούς που έχουν δικαίωμα να διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους με τη συμμετοχή τόσο κληρικών όσο και λαϊκών μελών. 

Η Τουρκία υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση ύψους 2.000 ευρώ σε κάθε προσφεύγοντα, καθώς και να καλύψει τα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας. Ωστόσο, η σημασία της απόφασης υπερβαίνει κατά πολύ το οικονομικό της σκέλος. Νομικοί κύκλοι και εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου χαρακτηρίζουν την ετυμηγορία «ιστορική», καθώς ανατρέπει μια πρακτική που εφαρμοζόταν επί δεκαετίες εις βάρος των κληρικών της ελληνορθόδοξης κοινότητας στην Κωνσταντινούπολη. 

Η απόφαση δημιουργεί πλέον ένα σημαντικό νομικό προηγούμενο για την προστασία των θρησκευτικών δικαιωμάτων των μειονοτήτων και αναμένεται να επηρεάσει μελλοντικές υποθέσεις που αφορούν το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις μη μουσουλμανικές κοινότητες στην Τουρκία. Παράλληλα, ανοίγει τον δρόμο ώστε στις επόμενες εκλογικές διαδικασίες των ομογενειακών ιδρυμάτων της Κωνσταντινούπολης να μπορούν να συμμετέχουν και να εκλέγονται κληρικοί, χωρίς διακρίσεις λόγω της θρησκευτικής τους ιδιότητας.

(ΑΠΕ – ΜΠΕ)